24.12.20

Τα Χριστούγεννα ενός άπορου

Της νύχτας τα φαντάσματα

Πώς τον πρωτογνώρισα

Βρέχει, βρέχει, βρέχει από το απόγευμα. Μια ψιλή αδιάκοπη βροχή, μου φαίνεται σαν διασίδια νερένιου αργαλειού. Εκεί απάνω στο υγρό αυτό στημόνι, υφαίνεται η βαριά ανία μιας επαρχιακής απομονώσεως. Ευτυχώς που έπεσε, γρήγορα, η νύχτα. Το μολυβί θόλωμα τής βροχερής ημέρας, δεν σου ξυπνάει τίποτε μέσα εις την ψυχήν. Απεναντίας, νομίζεις ότι ενεπλάκης και τυλίγεσαι στα υδάτινα τα νήματα, σαν πεταλούδα σε ιστό Αράχνης. Κι όσο προσπαθείς να φύγεις, τόσο περισσότερο μπλέκεσαι και κολλάς, δέρνεσαι και σπαράζεις.

Πώς αλλάζει όμως η κατάστασις, σαν ανάβει η μικρή η λάμπα! Η μοναξιά σε ζώνει, σαν να σε προστατεύει. Όλα ακινητούν, όλα σιωπούν, είσαι περισσότερο στον εαυτόν σου, βέ­βαια, αλλά το φωτεινό εκείνο της λαμπούλας μάτι σού ανοίγει άλλους κόσμους εμπροστά. Κόσμους όπου φύγα­νε, κόσμους πεθαμένους! Και ταξιδεύεις με αυτό, αλλά και δέχεσαι, από τα σκιόφωτα, μορφές, τόπους, εποχές. Και κατεβαίνουνε από παντού τής νύχτας τα φαντάσματα σαν εξυγιασμένα από το αδύνατο, το ωχρό της μικρής λαμπίτσας φως. Να τος, ολοζώντανος μπροστά μου, όπως τον πρωτογνώρισα!  Χρώ­μα προσώπου και κουβέντα σαν μοσχο­βολιά κηριού που λιώνει εμπρός σε ά­γιες εικόνες. Σηκώθηκα απάνω, όπως και όταν τον πρωτάκουσα, να μου λέει το όνομά του.

Ήμουνα τότε μαθητής εις το Γυμνάσιον της Πλάκας, αλλά έγραφα και εις την «Ακρόπολιν». Πλησιάζανε Χριστούγεννα. Ο Γαβριηλίδης, με τις ωραίες του τις φούριες, τις τόσον ποιητικές και παλαβές, όποιον έπαιρνε με καλό μάτι, τον εφόρτωνε όλες της εφημερίδος τις δουλειές. Έτσι εις εμέ είχεν αναθέσει προσέτι και την αρχισυνταξία του «Α.Ο.Δ.Ο.». Ένα λαμπρό και δυσεύρετο σήμερα περιοδικό. Μου ανέθεσε την επιμέλεια του χριστουγεννιάτικου φύλλου, που θα έβγαζε, με εντολήν να ζητήσω και συνεργασίαν από λογογράφους. Και σαν να μην έ­φθαναν αυτά, μου φόρτωσε και την διανομήν κάτι εράνων χρηματικών, που έκανε τότε η «Ακρόπολις» υπέρ των πτωχών, για να περάσουνε καλά τις άγιες ημέρες.

Θυμούμαι ότι συγκεκριμένως μού είχε συστήσει να ζητήσω συνεργασίαν από τον Παπαδιαμάντη, τον Ξενόπουλο και τον Γιάννη Βλαχογιάννη. Αγριοκάτσικο, πρωτοφερμένο στην Αθήνα με ανεπούλωτα ακόμα τα τραύματα που είχα στο κεφάλι από τους πετροπολέμους του χωριού μου. Τον κ. Ξενόπουλο τον ευρήκα εύκολα εις την «Διάπλασιν», της οποίας ήμουνα τότε συνδρομητής και σήμερα συνταξιούχος. Ό κ. Ξενόπουλος με οδήγησε, πού θα βρω τον Γιάννη Επαχτίτη (Βλαχογιάννη) και αυτός, πού θα ξετρυπώσω τον Παπαδιαμάντη. Τον Παπαδιαμάντη όμως, όσον και αν τον εζήτησα, δεν κατόρθωσα να τον συναντήσω πουθενά. Του άφηνα όμως σε όλα τα μέρη σημειώσεις.

Πέρασαν ημέρες αρκετές. Ήσαν προπαραμονές των Xριστουγέννων. Ήταν ώρα δειλινού και ενώ καθόμουνα σ’ ένα από τα γραφεία της Ακροπόλεως εις την Στοάν του Πάππου, τότε. Άλλος κανείς μού φαίνεται από την σύνταξη δεν ήτανε εκεί. Ήταν η ώρα της ρετσίνας, του κόρτε και του ρεπορτάζ. Κι εγώ τότε ούτε ρετσίνα έπινα, ούτε με τα ρεπορτάζ απησχολούμην. Κάτι έγρα­φα όμως εκείνη την στιγμή, και ήμουνα απορροφημένος με την εργασία, όταν μέσα στο θαμπόφως της εσπέρας, που γινότανε βαθύτερον εις το γραφείον, άνοιξε η πόρτα και μπήκε ένας άνθρωπος, μάλλον υψηλός, κακοντυμένος, με υποκάμισο ζουλισμένο στο λαιμό, χωρίς γραβάτα, με ρούχα οπωσδήποτε απεριποίητα και μακρύ επανωφόρι τριμμένο. Παρά την φτωχική εμφάνισιν, τα γένεια του και τα απεριποίητα μαλλιά του, το μελαψό του πρόσωπο ήτανε κόκ­κινο στα μάγουλα, κι από τα μάτια του έσταζε μια γλύκα. Εμπήκε συνεσταλμένος και δειλός.

—    Ο κύριος Σίγμα;

Ενόμισα πως ήταν κανένας από τους φτωχούς που συστημένοι εις εμέ από τη διαχείριση, ήρχοντο να πάρουνε ση­μείωμα για να εισπράξουν το χριστουγεννιάτικο βοήθημά τους.

—    Εγώ είμαι, του απήντησα, αλλά καθίστε μια στιγμή, σας παρακαλώ, να τελειώσω κάτι που γράφω εδώ και αμέσως θα σας διευκολύνω.

Εκάθισε σκυφτός με γυρμένο το κεφάλι και κοίταζε διαρκώς το πάτωμα.

—    Ο κακομοίρης, σκέφθηκα, φτώχεια μεγάλη θα ’χει!

Και τον κοίταξα με βλέμμα πονεμένο και μια συμπάθεια μεγάλη που έφτανε μέχρι συγκινήσεως.

– Ορίστε, του είπα, άμα ετελείωσα.

—    Με ζητήσατε;

—    Όχι, εγώ δεν σας ζήτησα, αλλά ξέρω γιατί ήρθατε και θα τελειώσω αμέσως τη δουλειά σας.

Μου φαίνεται ότι δίναμε δέκα δραχμές σε κάθε άτομο οικογενείας. Σημειωτέον ότι η «Ακρόπολις», η οποία έκαμνε τις ημέρες εκείνες τις μεγάλες αυτές φιλανθρωπικές χειρονομίες, κινδύνευε να μη βγει για έλλειψη χαρτιού και οι συντάκται της να μην πάρουν ούτε δέκα δραχμές για να περάσουν τα Χριστούγεννα.

Για να κανονίσω το ποσόν όπου θα έπαιρνε, ηθέλησα να μάθω τα μέλη της οικογενείας του.

—    Είσθε παντρεμένος;

—    Όχι… ακόμη! μου είπε μ’ ένα πικρό μειδίαμα.

—    Έχετε άλλη οικογένεια;

—    Δύο αδελφές, αλλά δεν είναι εδώ.

Για να τον βοηθήσω περισσότερο, εσκέφθηκα να κάμω μία πλαστογραφία. Να συμπεριλάβω ως συγκατοικούσας εις τας Αθήνας με αυτόν και τας αδελφάς του και έκαμα μίαν απόδειξιν για τριάκοντα δραχμές.

—    Λαμβάνεις τον κόπο, του είπα, να περάσεις από το λογιστήριον.

Ευχαρίστησε ψιθυριστά, σαν φοβισμένος και συνεσταλμένος πάντοτε, σηκώθηκε, αλλά σαν να κοντοστεκότανε.

—    Κι αυτά τί να τα κάμω; Δεν τα θέλετε;

Και μου έδειχνε κάτι χαρτιά, Νό­μισα πως ήταν πιστοποιητικά απορίας.

—    Κράτησέ τα, του είπα, εμάς δεν μας χρειάζονται.

Εσείστηκε, λυγίστηκε ολίγο, έκανε, σκυφτός, να φύγει, ξαναγύρισε.

—    Τότε αφού δεν σας χρειάζονται αυτά, εγώ με τι δικαίωμα θα πληρωθώ;

—    Δεν πειράζει, αρκούμεθα εις τον λόγον σας. Χριστούγεννα είναι τώρα.

—    Ναι, αλλά αν δεν πάρετε αυτά, εγώ δεν μπορώ να πάρω χρήματα.

—    Μα δεν τα παίρνετε εσείς τα χρήματα, σας τα δίνουμε ημείς!…

—    Ε, τότε, πάρτε κι εσείς ετούτα που μου τα ζητήσατε. Και τα άφησε σιγά και μαλακά απάνω στο τραπέζι.

Εσκέφθηκα, μήπως του ζήτήσει τίποτα πιστοποιητικά το λογιστήριο.

—    Μα τι είναι, επιτέλους, αυτά, του λέω, που πρέπει απαραιτήτως να τα πάρουμε;

—   Το διήγημα των Χριστουγέννων, που μου εζητήσατε.

—   Το διήγημα των Χριστουγέννων… και ποιος είσθε σεις;

—    Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης!

—    Ο ίδιος;

—    Ο ίδιος και ολόκληρος!

Έπεσε το ταβάνι και με πλάκωσε, η πένα έφυγε από τα χέρια μου, όλα εκεί μέσα, καρέκλες, βιβλία, εφημερίδες, σαν να στροβιλίσθηκαν γύρω μου και έκανα ώρες να συνέλθω.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης! Αυτός ο πρίγκηψ των Ελλήνων λογογράφων, που τον φανταζόμουνα ακτινοβολούντα, γελαστόν, ωραίον, καλοντυμένον, ευτυχή, γεμάτον εγωισμόν, αέρα και μεγαλοπρέπεια, αυτός!… Αυτός ο μαλακός, ο καλός, ο δειλός, ο φοβισμένος και τσαλακωμένος άνθρωπος, που στεκότανε με συστολή μαθητού επιμελούς, εκεί ενώπιόν μου!… Αυτός, που μας έδωκε γλύκες πνευματικές και συγκινήσεις ψυχικές, που σνιστόρησε κόσμους θαλασσινούς κι εζωντάνεψε εμπρός μας ανθρώπους μακρινούς κι αγνώστους, που τους έκανε δικούς μας, εντελώς δικούς μας, σαν να περάσαμε μια ζωή μαζί, αυτός σε μια τέτοια κατάσταση, εκεί ενώπιόν μου! Του έσφιξα το χέρι, χωρίς να ημπορώ ούτε μια λέξη να προφέρω. Από την ταραχή μου και τη σαστιμάρα μου ούτε το φως δεν άναψα. Αισθάνθηκα ένα τρεμουλιαστό χέρι να σφίγγει το δικό μου και τον έχασα μέσα εις το σκοτάδι.

Έτσι τον έχασα κι απόψε, μόλις της λάμπας το φιτίλι έπεφτε κι έσβηνε το φως, γιατί δεν είχε πια πετρέλαιο! Έμεινε όμως πίσω μια μοσχοβολιά κηριού που λιώνει εμπρός στις άγιες εικόνες, κάτι από του καντηλιού το σβήσιμο, κάτι από θυμιατού πέρασμα μακρινό, μακρινό πολύ…

ΣΤΑΜ. ΣΤΑΜ.

Το κείμενο δημοσιεύτηκε το 1943 στα Αθηναϊκά Νέα, όπως λεγόταν τότε η εφημερίδα που σήμερα λέγεται «Τα Νέα». Είναι μια δημοσιογραφική ανάμνηση, γραμμένη από τον Σταμ. Σταμ. ή Σταμάτη Σταματίου (1881-1946), δημοσιογράφο από τη Ναύπακτο που δούλεψε επί πολλές δεκαετίες κατά την προπολεμική περίοδο στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο.


Αναδημοσιεύεται από το Ιστολόγιο Οι λέξεις έχουν την δική του ιστορίας (του Νίκου Σαραντάκου) https://sarantakos.wordpress.com/2015/12/27/stamstam/#more-14290 


8.11.20

Τηλεδιάσκεψη: κανόνες καλής συμπεριφοράς



 

Σημεία προσοχής

Δεν πρέπει να αναγκάζεται κάποιος να εμφανιστεί στην κάμερα. Με τα περισσότερα συστήματα τηλεδιάσκεψης, 
ο χρήστης είναι ελεύθερος να ξεκινήσει τη συνάντηση με ή χωρίς βίντεο. Όμως όλοι βρεθήκαμε στην αμήχανη 
κατάσταση όπου ένας συμμετέχων ενεργοποίησε την κάμερα και ο άλλος δεν το έκανε. Εδώ, οι συμβάσεις 
υπαγορεύουν ότι το άτομο που δεν έχει ενεργοποιήσει την κάμερα του αφήνει να επιλέξει εάν θα το ενεργοποιήσει 
ή όχι. Σε τελική ανάλυση, μπορεί να έχει καλό λόγο να μην θέλει να δει ... και ίσως να μην νιώθει άνετα να εξηγήσει 
γιατί! Αλλά συχνά βλέποντας το άλλο άτομο να χρησιμοποιεί βίντεο τους ενθαρρύνει να κάνουν το ίδιο. Στην εκπαίδευση, 
οι φοιτητές πρέπει, να είναι πρόθυμοι και προετοιμασμένοι να ανοίξουν την κάμερα τους σε περιπτώσεις όπου είναι 
απαραίτητο. Εάν πρέπει να κάνουν μία παρέμβαση ή παρουσίαση, ο καθηγητής αλλά και οι παρακολουθούντες 
πρέπει να τους βλέπουν. 

5.9.20

Καλή νέα πανεπιστημιακή χρονιά

Αρχή της Ινδίκτου

.
Η Ινδικτιών ήταν αστρονομική χρονική περίοδος 15 ετών. Καθιερώθηκε επί Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας για συγκεκριμένο φόρο που αφορούσε μία δεκαπενταετία.  Η προέλευση της λέξης είναι λατινική από το indictio = διαταγή. 

Στο Βυζάντιο γιόρταζαν την αρχή του ως Πρωτοχρονιά και συνέπιπτε με το εκκλησιαστικό έτος όπως και σήμερα. Ξεκινά την 1η Σεπτεμβρίου και τελειώνεις στις 31 Αυγούστου. 

Σήμερα παρά την κλασική Πρωτοχρονιά η πραγματική έναρξη του εργασιακού έτους συμπίπτει με αυτή την ημερομηνία (1η Σεπτεμβρίου) παρά με αυτήν της 1ης Ιανουαρίου. 

Καλή μας χρονιά







1.4.20

Διάλεξη



την
Τετάρτη 1 Απριλίου 2020   
18:00

*
στο πλαίσιο του μαθήματος 
Παγκόσμια γεω-οικονομία & άνιση ανάπτυξη
του Π.Μ.Σ.
 Ανθρωπογεωγραφία, Ανάπτυξη και Σχεδιασμός του Χώρου

*
θα είναι προσκεκλημένος 
 ο Καθηγητής Γεώργιος Σιδηρόπουλος
Πανεπιστήμιο Αιγαίου

με θέμα
(τηλε) διάλεξης
   «Κορονοϊός 
η αιτία της γεωπολιτικής ύφεσης ή η αφορμή;»

*





30.3.19

Διάλεξη


Στο πλαίσιο των μαθημάτων του  Π.Μ.Σ.
 Ανθρωπογεωγραφία, Ανάπτυξη και Σχεδιασμός του Χώρου 

θα πραγματοποιηθεί
διάλεξη
ανοιχτή σε κάθε ενδιαφερόμενο/η

 με θέμα:
   «Αυτοκρατορικοί ανταγωνισμοί
στο Δρόμο του Μεταξιού τον Μεσαίωνα»

Δρ. Στέφανος Κορδώσης
.
Ακαδημαϊκός Συνεργάτης
Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας

Δευτέρα 1 Απριλίου 2019   19:00
(Αίθ. Συνεδριάσεων 3ος ορ.  Κτίριο Γεωγραφίας)

29.3.19

Φέϊκ Νιούς


Φωτογράφηση κάπου κοντά στον Πήλινο Στρατό.

Μια γυναίκα με νυφικό ποζάρει σε δρόμο της Xi'an στη νοτιοδυτική Κίνα, όπου βρίσκεται ο πήλινος στρατός -Φωτογραφία: AP Photo/Mark Schiefelbein
Φέικ νιούς δεν είναι μόνο η ψεύτικη είδηση αλλά και η απόκρυψη της είδησης, στην πράξη, αποτελή ψεύτικη είδηση.

Πόσο πια η Δύση μπορεί να κρατά κρυμμένη την εικόνα της ανάπτυξης στην Ασία;
Κάποτε και τα συστημικά διεθνή ΜΜΕ δεν θα μπορούν να συγκρατήσουν την πλημμυρίδα της  πραγματικότητας.
Δυστυχώς όμως τότε η ανάπτυξη θα βρίσκεται ανεπιστρεπτί στην πλευρά της Ασίας.

10.1.19

τα Κίτρινα Γιλέκα

Η Γαλλία διπλά διασπασμένη. Τα κίτρινα γιλέκα είναι απλά ένα σύμπτωμα
Guilluy Christophe (2.12.2018) The Guardian
Μετάφραση για το hg-lab: Γ. Σιδηρόπουλος


Από τη δεκαετία του '80 και μετά, ήταν σαφές ότι υπάρχει μια τιμή που πρέπει να καταβληθεί για τις δυτικές κοινωνίες που προσαρμόζονται σε ένα νέο οικονομικό μοντέλο και ότι το τίμημα θυσιάζει την ευρωπαϊκή και την αμερικανική εργατική τάξη. Κανείς δεν πίστευε ότι η πτώση θα έπληττε και το υπόβαθρο της κατώτερης μεσαίας τάξης. Είναι όμως προφανές τώρα ότι το νέο μοντέλο όχι μόνο αποδυνάμωσε τα περιθώρια του προλεταριάτου, αλλά και την κοινωνία στο σύνολό της.

Το παράδοξο είναι ότι αυτό δεν είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας του παγκοσμιοποιημένου οικονομικού μοντέλου αλλά της επιτυχίας του . Τις τελευταίες δεκαετίες, η γαλλική οικονομία, όπως και οι ευρωπαϊκές και αμερικανικές οικονομίες, συνέχισαν να δημιουργούν πλούτο. Επομένως, είμαστε κατά μέσο όρο πλουσιότεροι. Το πρόβλημα είναι ταυτόχρονα η αύξηση της ανεργίας, της ανασφάλειας και της φτώχειας. Επομένως, το κεντρικό ερώτημα δεν είναι κατά πόσον μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία είναι αποτελεσματική, αλλά τι μπορούμε να κάνουμε με ένα μοντέλο όταν αυτό δεν καταφέρνει να δημιουργεί και να τρέφει μια συνεκτική κοινωνία;
Στη Γαλλία , όπως και σε όλες τις δυτικές χώρες, έχουμε περάσει σε λίγες δεκαετίες από ένα σύστημα που ενσωματώνει οικονομικά, πολιτικά και πολιτιστικά την πλειοψηφία σε μια άνιση κοινωνία που, η οποία δημιουργώντας όλο και περισσότερο πλούτου, δεν ωφελεί παρά μόνο τους ήδη πλούσιους.
Η αλλαγή δεν βρίσκεται  μέσα σε μια συνωμοσία, που επιθυμεί να παραμερίσει τους φτωχούς, αλλά σε ένα μοντέλο όπου η απασχόληση γίνεται όλο και περισσότερο πολωμένη. Αυτό έρχεται μαζί με μια νέα κοινωνική γεωγραφία: η απασχόληση και ο πλούτος έχουν όλο και περισσότερο συγκεντρωθεί στις μεγάλες πόλεις. Οι αποβιομηχανοποιημένες περιοχές, οι αγροτικές περιοχές, οι μικρές και μεσαίες πόλεις είναι όλο και λιγότερο δυναμικές. Αλλά σε αυτά τα μέρη - στην "περιφερειακή Γαλλία" (θα μπορούσαμε επίσης να μιλήσουμε για την περιφερειακή Αμερική ή την περιφερειακή Βρετανία) – είναι εκεί που ζουν πολλοί άνθρωποι της εργατικής τάξης. Έτσι, για πρώτη φορά, οι «εργαζόμενοι» δεν ζουν πλέον σε περιοχές όπου δημιουργείται απασχόληση, γεγονός ου προκαλεί κοινωνικό και πολιτιστικό σοκ.
Σε αυτή τη Γαλλία, που γεννήθηκε η κίνηση των κίτρινων γιλέκων. Είναι επίσης σε αυτές τις περιφερειακές περιοχές όπου το δυτικό λαϊκιστικό κίνημα έχει τις πηγές του. Η Περιφερειακή Αμερική έφερε το Trump στον Λευκό Οίκο. Περιφερειακή Ιταλία  (το mezzogiorno: αγροτικές περιοχές και μικρές βόρειες βιομηχανικές πόλεις) είναι η πηγή του λαϊκιστικού της κύματος. Αυτή η διαμαρτυρία οδηγείται από τις τάξεις οι οποίες, ήταν κάποτε το βασικό σημείο αναφοράς για έναν πολιτικό και πνευματικό κόσμο που τους έχει ξεχάσει.

Έτσι, εάν η αύξηση της τιμής καυσίμων προκάλεσε την κίνηση των κίτρινων γιλέκων, δεν ήταν η αυτή η βασική αιτία. Ο θυμός είναι βαθύτερος, αποτέλεσμα οικονομικού και πολιτιστικού υποβιβασμού που ξεκίνησε στη δεκαετία του '80. Ταυτόχρονα, οι λογικές της οικονομίας και των ακινήτων έχουν εγκλωβίσει των κόσμο των ελίτ. Αυτός ο περιορισμός δεν είναι μόνο γεωγραφικός αλλά και διανοητικός. Οι παγκοσμιοποιημένες μητροπόλεις είναι οι νέες ακροπόλεις του 21ου αιώνα - πλούσιες και άνισες, όπου ακόμη και η πρώην κατώτερη μεσαία τάξη δεν έχει πλέον θέση. Αντ 'αυτού, οι μεγάλες πόλεις της παγκόσμιας οικονομίας εργάζονται για μια διπλή δυναμική: τον εξευγενισμό και την μετανάστευση. Αυτό είναι το παράδοξο: η ανοικτή κοινωνία καταλήγει σε έναν κόσμο όλο και πιο κλειστό για την πλειονότητα των εργαζομένων.
Το οικονομικό χάσμα μεταξύ της περιφερειακής Γαλλίας και των μητροπόλεων απεικονίζει τον διαχωρισμό μιας ελίτ και της λαϊκής ενδοχώρας της. Οι δυτικές ελίτ έχουν ξεχάσει σταδιακά έναν λαό που δεν βλέπουν πλέον. Ο αντίκτυπος των κίτρινων γιλέκων και η υποστήριξή τους στην κοινή γνώμη (οκτώ στους δέκα Γάλλους εγκρίνουν τις ενέργειές τους), εξέπληξε τους πολιτικούς, τα συνδικάτα και τους ακαδημαϊκούς, σαν να έχουν ανακαλύψει μια νέα φυλή στον Αμαζόνιο.
Θυμηθείτε, ότι το κίτρινο γιλέκο έχει στοχο να εξασφαλισει την ορατότητα του φορέα του στο δρόμο. Και όποια και αν είναι η έκβαση αυτής της σύγκρουσης, τα κίτρινα γιλέκα έχουν κερδίσει αυτό που πραγματικά είναι σημαντικό: τον πόλεμο της πολιτιστικής εκπροσώπησης. Οι ανθρωποι της εργατικής και κατώτερης εργατικής τάξης είναι ορατοί και πάλι, και μαζί τους οι τόποι στους οποίους ζουν.
Η ανάγκη τους, σε πρώτη φάση, πρέπει να γίνει σεβαστή, ώστε να μην θεωρείται πλέον «λυπηρή». Ο Michael Sandel (καθηγητής φιλοσοφίας στο Χάρβαντ), έχει δίκιο όταν επισημαίνει την αδυναμία των ελίτ να λάβουν σοβαρά υπόψη τις προσδοκίες των φτωχότερων. Αυτές οι φιλοδοξίες είναι απλές: η διατήρηση του κοινωνικού και πολιτιστικού κεφαλαίου και της εργασίας τους. Για να πετύχει αυτό, πρέπει να θέσουμε τέλος στην "απόσχιση" των ελίτ και να προσαρμόσουμε τις πολιτικές προσφορές της αριστεράς και της δεξιάς στις απαιτήσεις τους. Αυτή η πολιτιστική επανάσταση είναι μια δημοκρατική και κοινωνική επιταγή - κανένα σύστημα δεν μπορεί να επιβιώσει αν δεν ενσωματώσει την πλειοψηφία των φτωχότερων πολιτών.